Η δράση μέσα από την φωτογραφία
Αφιερωμένο σε όσους ταξιδεύουν, ονειρεύονται
και δραπετεύουν στην φύση
Όταν ο φωτογράφος εκθέτει τον εαυτό του
σε ένα μη φιλικό περιβάλλον
Visit our page on:
  • home
  • info
    • about dangerzone
    • terms of service
  • gallery
  • articles
  • photostories
  • contact
Upload Photo
Sign in Join

Sign in to Dangerzone

Remember Me

Join Dangerzone

Reset your password

Password Reset

Sign in!

Sign in to upload, rate and comment photos in Dangerzone.gr
Members
Latest article

Ένας παραποτάμιος αγώνας mountain bike (Παρακαλάμιες Διαδρομές)

Latest photostory

Ορειβατικό σκι - Ταξίδι ψυχής

Uploading file... please wait

Κάλυμνος ένα ταξίδι στον χρόνο με σκάφανδρο.

Article image

 

 Η κάλυμνος έχει αποκτήσει την φήμη, σε παγκόσμιο επίπεδο, ώς το νησί των δυτών και των σφουγγαράδων. Μια μικρή κοινωνία με τους δικούς της άγραφους νόμους και κανόνες αφού η τέχνη της σπογγαλιείας ήταν τολμηρή και δύσκολη, ταυτόχρονα όμως ήταν και η πιό σημαντική πηγή βιοπορισμού.

Οι καλοί δύτες σκάφανδρου “μηχανικοί”, όπου ονομάζονταν έτσι λόγο του ότι ανέπνεαν μηχανικό αέρα, έκλειναν τις συμφωνίες από τελειώματα του Οκτώβρη μέσα Νοέμβρη με το που γύριζαν με τα σφουγγαράδικα καΐκια. Οι καπετάνιοι τους διάλεγαν για την νέα σπογγαλιευτική περίοδο, που αργούσε βέβαια να έρθει, (θα έφευγαν το Πάσχα) εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον τους κατά την επιστροφή με το καΐκι ακόμη, είτε με έναν καλό λόγο ή με χαρτζιλίκια στους ενδιάμεσους προορισμούς, είτε ακόμη και με  καλοζυγισμένα... σφουγγάρια. Αν το πλήρωμα ήταν ικανοποιημένο με τα “πλάτικα” προκαταβολές, και τα ποσοστά, έκλεινε η συμφωνία και ο άνθρωπος εθεωρείτο “τσουρμαρισμένος” κλεισμένος για την επόμενη περίοδο.

Ο χειμώνας περνούσε και οι μηχανικοί απολάμβαναν την στεριανή ζωή τους, γλεντοκοπούσαν και στους “ταρσανάδες” ναυπηγεία μερεμέτιζαν τα καΐκια τους. Μετά την Μ. Σαρακοστή κόντευαν οι μέρες για το σαλπάρισμα και μάλλον όλα θα  ετοιμάζονταν πυρετωδός αφού το ταξίδι θα κρατούσε 6-7 μήνες. Οι καπετάνιοι έκλεινα και τα τελευταία τσουρμαρίσματα και επισημοποιούσαν την συμφωνία με τα “κουντράτα” συμβόλαια.

Κοντά στις ημέρες τις αναχώρησης, ξεκινούσε ο “σεφτές” και το “ξεμύξασμα”, οι πρώτες δοκιμαστικές βουτιές ώστε να συνηθήσουν ξανά την αίσθηση του σκάφανδρου και να μην μπούν απευθείας στην δουλειά με βαθιές βουτιές. Οι μηχανικοί μέχρι την τελευταία στιγμή ήθελαν να γλεντούν ασταμάτητα.  Μέσα από το κρασί και τον χορό προσπαθούσαν να χαρούν την ζωή και να πνίξουν τους φόβους τους ώστε να μην προλάβουν οι φόβοι τους να τους πνίξουν...!

Η ώρα του αποχαιρετισμού δύσκολη, θλίψη και οδύνη στο νησί, οι γυναίκες ντυμένες με τα καλά τους αποχαιρετούσαν τους άντρες τους. Mανάδες που ήδη είχαν “χτυπηθεί” οι άντρες τους από την μηχανή, (είχαν πάθει νόσο και ή κατέληξαν ή έμειναν ανάπηροι), τώρα αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους. Πόσο δυνατή ψυχή χρειάζεται γι’αυτήν την στιγμή μια μάνα....!                    

Τα καΐκια έπλεαν από την Κάλυμνο νότια για την Κρήτη, περνούσαν το Λιβυκό πέλαγος και μέσω ειδικών αδειών από τις χώρες της Αιγύπτου, της Λιβύης, και την Τυνησίας ξεκινούσαν τις βουτιές. Οι μηχανικοί μπορούσαν να βουτήξουν με 3ων ειδών καΐκια:  τα “ρηχιτικά” καΐκια 18 οργιές και μέσα ( περίπου μέχρι τα 30μέτρα), τα “μεζάρικα” 25 οργιές και μέσα ( περίπου μέχρι τα 45 μέτρα) ή τα “βαθυτικά” 30 οργιές και έξω ( πάνω από 55μέτρα).

Η ανίχνευση του κατάλληλου βυθού για σφουγγάρια γίνονταν με 3 εργαλεία: με το “καγγαβί” (άγγιστρο με το οποίο έλεγχαν το είδος του βυθού), με το “γυαλί” ( κύλινδρος με γυαλί που έβλεπαν στα ρυχά το βυθό), ή με την “μπάρα” (κυλινδρικό βάρος με λίπος η γράσο με το οποίο έλεγχαν την ποιότητα του βυθού). Με το που έβρισκαν το τόπο για την βουτιά,  ο υπεύθυνος φώναζε “Μπρός η κάσα, κότσα περικεφαλαία”.

Οι “κουπάδες” τότε άρχιζαν να γυρνούν την ρόδα της “κάσας” αεραντλία, ώστε να παράγουν αέρα με πίεση για τον δύτη, και ο δύτης που είχε σειρά “νεπέτι”, ήταν ήδη ντυμένος. Κότσαρε την περικεφαλαία έκανε τον σταυρό του και βουτούσε. “O θεός βοηθός και καλή τύχη”.

Ο δύτης με το φόρεμα, τον θώρακα, την περικεφαλαία, τα μολύβια, και τα σιδερένια παπούτσια ξεπερνούσε τα 100κιλά γι’ αυτό το λόγο κατεβαίνοντας  κρατούσε το “σκαντάγιο”, ένα σχοινί το οποίο τον βοηθούσε να ελέγχει την ταχύτητα καθόδου. Επίσης υπήρχε και μία βαλβίδα στο κράνος η λεγόμενη “Βαρβάρα” την οποία πίεζε με το κεφάλι και μπορούσε να ελέγξει τον αέρα μέσα στο φόρεμα, κάτι που βοηθούσε στην ρύθμιση της πλευστότητας αλλά και της εκτόνωσης του αέρα αφού η παροχή αέρα απο την επιφάνεια ήταν συνεχής. Στο σκαντάγιο επίσης κρατιόταν ο μηχανικός όταν πάθαινε νόσο “τον έπιανε η μηχανή”, και έπεφτε ξανά στην θάλασσα σε μικρότερα βάθη αυτή την φορά για την αποσυμπιεσή του.

Η επικοινωνία με τον έξω κόσμο γίνονταν με τον “κολαούζο”, ένα λεπτό σχοινί το οποίο ήταν δεμένο στην μέση του μηχανικού και την άλλη άκρη του κρατούσε ο κολαουζέρης. Μια σύνδεση ζωής και θανάτου, αφού είχε αναπτυχθεί ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας ανάμεσα στον μηχανικό και στον κολαουζέρη με τον οποίο μέσω τραβηγμάτων του κολαούζου ο ένας μετέφερε μηνύματα στον άλλον. Ο μηχανικός ότι χρειάζεται περισσότερο αέρα, ότι έπιασε το πάτο της θάλασσας, ότι κινδυνέυει ή ότι θέλει λίγο χρόνο ακόμη, και ο κολαουζέρης αντίστοιχα ότι ο χρόνος βυθού τελειώνει και ο μηχανικός πρέπει να ανέβει ή προειδοποιητικό μήνυμα ότι θα ξεκινήσουν να τον τραβάνε επάνω. Η δουλειά του κολαουζέρη ήταν απο τις ποιό σημαντικές δουλειές αφού αυτός ήταν η μοναδική επικοινωνία του μηχανικού με τον έξω κόσμο και ήταν τιμή του να μην πάθει ζημιά κάποιος δύτης υπό την εποπτεία του. Ο κολαουζέρης επισης μέτραγε και τα “μαζαρόλια” μια μικρή κλεψύδρα της οποίας ο χρόνος ήταν περίπου 30 δεύτερα και απο την στιγμή που ο μηχανικός πατούσε στον βυθό ο κολαουζέρης μετρούσε τον χρόνο με αυτήν.
 Ήταν θέμα ζωής και θανάτου να μεταφέρει σωστά στον μηχανικό τις πληροφορίες της επιφάνειας, βέβαια υπάρχουν καταγεγραμένα περιστατικά όπου ο μηχανικός μεθυσμένος απο την ομορφιά του βυθού, απο την απληστία του για σφουγγάρια, αλλά και από το άζωτο, έλυνε το κολαούζο και συνέχιζε την δουλειά παραβιάζοντας κάθε λογική....!

Ο κολαουζέρης στέλνει μήνυμα στον δύτη με το κολαούζο, ο χρόνος βυθού τελείωσε πρέπει να ανέβεις, ο τιμονιέρης παρακολουθώντας τις μπουρμπουλήθρες στρίβει το καΐκι “Αχταρμάς». Ο μαρκουτσιέρης μαζεύει τα μαρκούτσια, ο κολαουζέρης φωνάζει “ξενέρισε”. Πρώτα ανεβαίνει η απόχη γεμάτη, ο μηχανικός ανεβαίνει την σκάλα βαριά, σταματά στο κεφαλόσκαλο, ο κολαουζέρης με τον κουπά ξεκοτσάρουν την περικεφαλαία, ο μηχανικός αναπνέει καθαρό αέρα, το τσιγάρο στο στόμα θα δείξει αν τον έπιασε η μηχανή “έπαθε νόσο”, στο πρόσωπο του ζωγραφισμένη η αγωνία, ο χρόνος στο κατάστρωμα θα το δείξει….!

Η κακή χρήση των νέων τεχνολογιών της εποχής, η πλήρης άγνοια για το Άζωτο και για την παθοφυσιολογία του, οι ανάγκες για σκληρή δουλειά και ποιο αποτελεσματική σπογγαλιεία οδήγησε στο να χάνονται κάθε χρόνο αρκετοί δύτες και ολόκληρες κοινωνίες να βυθίζονται στο πένθος, δεν είναι τυχαίο που είχαν ένα ρητό “ Η σφουγγάρι ή τομάρι”……!  

Ευχαριστούμε για της πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την ζωή των σφουγγαράδων, αλλά και τις τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούσαν την τέχνη της κατάδυσης με σκάφανδρο.
Τους:
Γιάννη Βαλσαμίδη  (γιό του αείμνηστου Στάυρου Βαλσαμίδη Ιδρυτή του Μουσείου θαλάσσιων ευρημάτων Βαλσαμίδη)                                                                             
Γιάννη Αντ. Χειλά (υπεύθυνο του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου)                   
Δημήτρη Νυστάζο (Ιδιοκτήτη του καταδυτικού κέντρου Καλύμνου)  

Βιβλιογραφία: “Το έπος των σφουγγαράδων της καλύμνου     

Μπορείτε να δείτε σχετικό βίντεο με την δοκιμή που κάναμε με σκάφανδρο για τις ανάγκες του Άρθρου.
http://www.youtube.com/watch?v=XNYIODpug-Q

source: https//www.youtube.com/watch?v=XNYIODpug-Q

author: Λευτέρης Γαλάνης