Επιλέγοντας και αγοράζοντας μια κάμερα παντός καιρού – μία προσωπική ιστορία (θάνος Δεληγιάννης)
"Ask photographers to write and they have nothing to say; ask them to talk about their work and they won’t shut up." Bill Jay
Μετά από 2 καλοκαίρια με μια υποβρύχια θήκη EWA MARINE για d-SLR, πέρυσι έτυχε να βρεθώ παράλληλα και με μια υποβρύχια θήκη κινητού (έβαλα LG Optimus 2X με 8 MP κάμερα). Η ευκολία, η δυνατότητα βίντεο και η φορητότητα με έκαναν να σκεφτώ να αγοράσω μια υποβρύχια compact φωτογραφική μηχανή για φέτος το καλοκαίρι και να ανταλλάξω την ποιότητα με ευελιξία για να καταγράψω τις θαλασσινές μου εξορμήσεις.
Άλλωστε, δεδομένου ότι η πιο σωστή μηχανή για μια φωτογραφία είναι αυτή που έχεις αφήσει σπίτι και η καλύτερη μηχανή είναι αυτή που έχεις την ώρα που θες να φωτογραφίσεις, η πιθανότητα να τα έχεις όλα περιορίζεται.
Άσε που «selfies» είναι σχεδόν αδύνατον να βγάλεις με d-SLR, οπότε χρειάζεσαι δύο φωτογραφίες για να πεις «ήμασταν μαζί εκεί», ενώ το «ήμουν εγώ εκεί» είναι ακόμα πιο δύσκολο.
Για τη δοκιμή αυτή θα ακολουθήσουμε μια διαφορετική προσέγγιση, καθώς δεν έχω μέτρο σύγκρισης στη κατηγορία, ούτε καν στις compact μηχανές, οπότε θα σας περιηγήσω από τη διαδικασία επιλογής και θα προσπαθήσουμε μέσα από αυτή να δούμε εάν τελικά η FT5 έκανε αυτά που υποσχόταν η συσκευασία. Δεν θα σας κουράσω παραθέτοντας τα αναλυτικά τεχνικά χαρακτηριστικά που είναι διαθέσιμα στις ιστοσελίδες των κατασκευαστών και σε πολλές άλλες δοκιμές, αλλά θα σας ξεναγήσω σε αυτά μέσα από τη χρήση και αξιολόγηση που ο ίδιος έκανα, σχολιάζοντας παράλληλα τη λειτουργία τους. Στόχος μου, άλλωστε, όπως θα δείτε και εσείς, δεν είναι τόσο η κρίση της FT5 όσο η κρίση της επιλογής μου της FT5.
Βρέθηκα για λίγο ανάμεσα σε δύο βασικές κατηγορίες συσκευών για να επιλέξω το μέσο που θα απαθανατίσει τη θαλασσινή πλευρά της Αλοννήσου: τις κάμερες δράσης (action cams) και τις φωτογραφικές μηχανές παντός καιρού (tough cameras). Οι action cams έχουν σταθερή απόσταση εστίασης, υπερ-ευρυγώνιο εστιακό μήκος (σχεδόν 180°) που μειώνεται/ρυθμίζεται τεχνητά (χρησιμοποιείται μέρος του αισθητήρα), σταθερό (χωρίς δυνατότητα ρύθμισης) ανοιχτό διάφραγμα και αισθητήρα μελετημένο για ανάλυση HD βίντεο, γεγονός που δεν ευνοεί κάθε φορά τη δημιουργία της επιθυμητής φωτογραφίας και ειδικά όταν ο φωτισμός είναι ακόμα και ελάχιστα κάτω από τέλειος. Από αυτά που είδα, το βίντεο που τραβάνε είναι εξαιρετικό, ως και εντυπωσιακό, ειδικά εάν έχεις δει πρώτα φωτογραφία τραβηγμένη με action cam. Ο προσανατολισμός λοιπόν των action cams στο βίντεο και η αδυναμία στη φωτογραφία με απέτρεψε από αυτή την επιλογή.
Ξεκίνησα από τη βασική παραδοχή ότι η ποιότητα της φωτογραφίας έρχεται αρκετά κάτω στη λίστα των προτεραιοτήτων, αφού όπως φαίνεται από την πρώτη κιόλας ματιά σε μία tough camera θα δει κανείς ότι δεν υπάρχουν εξοχές που φιλοξενούν μεγάλα οπτικά στοιχεία ή μηχανισμοί που επιτρέπουν την επέκταση οπτικών στοιχείων για τη δημιουργία ενός βελτιστοποιημένου συνόλου φακών. Πρέπει λοιπόν ο κατασκευαστής σε ένα χώρο που δεν ξεπερνάει τα 3 εκατοστά (πάχος FT5 28,9 χιλιοστά) να περιλάβει τα οπτικά στοιχεία με το μηχανισμό zoom, τον αισθητήρα, το σταθεροποιητή εικόνας, το αντι-θαμπωτικό κρύσταλλο και το σκληρό περίβλημα που θα προστατεύει όλα αυτά, οπότε είναι αναμενόμενο ότι θα έχει γίνει κάποιος συμβιβασμός. Επίσης, να τονίσω εδώ ότι από τα αναλυτικά χαρακτηριστικά που μελέτησα οι μηχανές αυτής της κατηγορίας έχουν περιορισμένη δυνατότητα ρύθμισης διαφράγματος, κάποιες τεχνητά μέσω φίλτρων ND. Να επισημάνω ότι η κύρια μηχανή μου είναι η Nikon D800 των 36 MP, την ποιότητα εικόνας της οποίας δεν περίμενα να συναντήσω ούτε σε ελάχιστο βαθμό.
Με τα σημερινά δεδομένα, έχει γίνει πολύ προσιτή η απόκτηση μίας d-SLR ή mirror-less φωτογραφικής μηχανής, με μεγάλο αισθητήρα, με δυνατότητα εναλλαγής από γκάμα πολλών φωτεινών ή/και ευέλικτων φακών και ατελείωτα Mega Pixels που μπορούν να λειτουργήσουν με ευκολία σε υψηλή ευαισθησία (ISO) με ελάχιστο θόρυβο. Υπάρχουν επίσης πλέον compact μηχανές με μεγάλους αισθητήρες και πολύ καλούς φακούς για όποιον θέλει μία πολύ φορητή λύση χωρίς να συμβιβάζεται σε μεγάλο βαθμό ως προς την ποιότητα της εικόνας. Επομένως όποιος θέλει να εντυπωσιάσει με την ποιότητα της εικόνας στη φωτογραφία του μπορεί είτε να κινηθεί σε μία από τις παραπάνω λύσεις είτε, εάν έχει τη δυνατότητα και θέλει, να αποκτήσει και μία tough ή action cam εκτός των παραπάνω.
Αποφάσισα να αγοράσω μία μηχανή από τις καλές σειρές των κατασκευαστών των οποίων οι τιμές κυμαίνονται στην κατηγορία τιμής των €300 που δεν έκρινα απαγορευτική και για λόγους ποιότητας εικόνας και κατασκευής αλλά και επειδή προσφέραν επιπλέον λειτουργίες. Να επισημάνω ότι υπάρχουν λύσεις που ξεκινάνε από σχεδόν €100 (και παρακάτω εάν λάβουμε υπόψη τις «ανώνυμες» επιλογές) οι οποίες όμως υστερούν σε λειτουργίες, σε χαρακτηριστικά ως φωτογραφικές και σε προδιαγραφές αντοχής αναφορικά με το βάθος βύθισης, το ύψος πτώσης, την αντοχή σε βάρος και την αντοχή σε χαμηλές θερμοκρασίες.
Σχεδόν όλες οι tough cameras της κατηγορίας τιμής που έψαξα έχουν Wi-Fi, GPS, αισθητήρες ύψους/βάθους, πυξίδα, αντοχή σε πτώση από 2 μέτρα, εγγραφή βίντεο FullHD, αντι-θαμπωτικό κρύσταλλο για να μη θαμπώνουν κατά τη βύθιση σε κρύο νερό, 4 με 5 X οπτικό zoom, σταθεροποιητή, αντοχή σε θερμοκρασίες κάτω του μηδενός και αντοχή σε βύθιση σε θαλασσινό νερό για πάνω από 10 μέτρα. Να τονίσω εδώ ότι ρίχνοντας μία ματιά στα εγχειρίδια της Nikon, της Olympus και της Panasonic (φαντάζομαι το ίδιο ισχύει για όλες):
- όλες απαιτούν κάποια συντήρηση και αντικατάσταση του ελαστικού τμήματος που στεγανοποιεί το χώρο της μπαταρίας/κάρτας˙
- όλες απαιτούν καθαρισμό μετά τη χρήση σε θαλασσινό νερό με 10-λεπτο «μούλιασμα» σε καθαρό νερό˙
- καμία δεν ενδείκνυται για χρήση σε ζεστό νερό (πάνω από 40° C) ή σαπουνόνερο˙
- για όλες οι πιστοποιήσεις έχουν γίνει εσωτερικά από τους κατασκευαστές ολοκληρώνοντας δοκιμές IEC και στρατιωτικών στάνταρντ και ειδικά για τη χρήση εντός νερού ορίζεται το μέγιστο της μίας ώρας βύθισης ανεξαρτήτως βάθους (IEC IPX8)˙
- καμία δεν επιπλέει˙
- καμία δεν εγγυάται τη στεγανότητα σε περίπτωση πτώσης.
Πήρα λοιπόν σβάρνα τα καταστήματα ψάχνοντας demo σε λειτουργία για να κάνω τις δοκιμές μου και να αποφασίσω. Στις προτεραιότητες των χαρακτηριστικών που με ενδιαφέρουν είχα βάλει το GPS για να μπορώ να την χρησιμοποιώ και ως βοηθητική σε ένα ταξίδι κάνοντας GeoTagging τις φωτογραφίες της d-SLR μου με σχετική ευκολία και συνδεσιμότητα Wi-Fi, την οποία θεωρώ χρήσιμη για τέτοιου είδους κάμερες, αφού με τη χρήση μίας εφαρμογής ανοίγουν απεριόριστες δυνατότητες για λήψη εικόνων από ατελείωτες οπτικές γωνίες, αξιοποιώντας στο μέγιστο την ασφάλεια που σου παρέχει η ανθεκτικότητα των προϊόντων αυτών.
Καθώς είμαι Nikonάκιας και όλες οι μηχανές και οι φακοί μου είναι Nikon, η πρώτη μου σκέψη ήταν να αγοράσω Nikon. Η Nikon διαθέτει τη Nikon 1 AW1, η οποία βασίζεται στη mirrorless σειρά της εταιρείας, της οποίας το κόστος ήταν σχεδόν δυόμιση φορές αυτό του προϋπολογισμού μου, την AW110, που είναι το περσινό μοντέλο, και την AW120 που είναι η σημερινή πρόταση της Nikon στην κατηγορία tough cameras, η οποία είναι βελτιωμένη στα σημεία και ειδικά στο κομμάτι του φακού (AW110: 28-140mm, f/3.9-4.8, AW120: 24-120mm, f/2.8-4.9). Να επισημάνω εδώ ότι η AW110 ήταν την περίοδο αναζήτησης περίπου 30% φτηνότερη από την AW120. Η AW120 είχε κατά τη γνώμη μου την καλύτερη ποιότητα φωτογραφίας, είναι η πιο όμορφη εμφανισιακά, έχει πολύ ευρυγώνιο και φωτεινό φακό, έχει σχεδιαστεί πολύ καλά για χρήση σε δύσκολες συνθήκες – ενσωματώνοντας περιήγηση στο μενού με την κίνηση της μηχανής – έχει πολλές επιλογές για εντυπωσιακά βίντεο αργής κίνησης, είναι η πιο γρήγορη σε λειτουργία (εκκίνηση, εστίαση και περιήγηση σε μενού και φωτογραφίες), έχει ενσωματωμένους χάρτες (Here Maps) για μέγιστη αξιοποίηση του GPS, δυνατότητα φόρτισης απευθείας από τη USB σύνδεση στην κάμερα και είναι (ή ήταν τον Ιούλιο του 2014 στην Ελλάδα) διαθέσιμη προς πώληση σε ένα «Adventure Kit» το οποίο στην ίδια τιμή περιλαμβάνει βάση για ποδήλατο, ειδικό λουρί που επιπλέει για χρήση στο νερό και ζώνη/θήκη για τοποθέτηση στο στέρνο. Αρχικά με προβλημάτισε πολύ η έλλειψη χειροκίνητου ελέγχου και οι πολλοί αυτοματισμοί που δεν μπορείς να προσπεράσεις, αλλά αυτό δεν με απέτρεψε τόσο όσο το γεγονός ότι στην περίπτωση που η ρύθμιση της θερμοκρασίας λευκού δεν είναι στο αυτόματο, η αυτόματη εστίαση λειτουργεί μόνο για το κεντρικό σημείο (!) και, άρα, στη λειτουργία υποβρύχιας λήψης που έχει προκαθορισμένη θερμοκρασία λευκού για να διορθώνει την επιρροή του νερού στο χρώμα του ηλιακού φωτός η AW120 εστιάζει μόνο στο κεντρικό σημείο! Από επιβεβαιώνεται και στο εγχειρίδιο και μου το επιβεβαίωσε και το on-line τμήμα εξυπηρέτησης που είναι διαθέσιμο μέσα από την ιστοσελίδα www.nikon.co.uk. Ο περιορισμός αυτός στην εστίαση με οδήγησε αυτομάτως στην επεξεργασία των εναλλακτικών επιλογών που είχα στη διάθεση μου. Επίσης η εφαρμογή για χρήση της μηχανής από εφαρμογή (App) μέσω Wi-Fi δεν έχει δυνατότητα λήψης βίντεο ή παραμετροποίησης των ρυθμίσεων.
Διάβασα διάφορες δοκιμές, τεστ και συγκριτικά που κατέληγαν να προτείνουν τις Nikon, Olympus και Panasonic, ενώ κατά την αναζήτησή μου έπεσαν στα χέρια μου και άλλες επιλογές όπως μία Sony με οθόνη αφής, της οποίας το μενού και τη λογική για χειρισμό δεν κατάλαβα και η FujiFilm της οποίας οι φωτογραφίες μου φάνηκαν λίγο αδύναμες και άχρωμες, ενώ παράλληλα δεν είχε δυνατότητα λήψης φωτογραφίας ή βίντεο με την εφαρμογή μέσω Wi-Fi. Η Canon, την οποία δεν βρήκα να δοκιμάσω ζωντανά, ενώ την είχα ψηλά στη λίστα των εναλλακτικών μου, δεν έχει τη δυνατότητα ενεργοποίησης του Led για φωτισμό κατά τη διάρκεια βιντεοσκόπησης, καθώς και συνδεσιμότητα Wi-Fi. Η Pentax/Ricoh δεν έχει συνδεσιμότητα Wi-Fi και επίσης δεν βρήκα να την δοκιμάσω ζωντανά.
Προχώρησα στην επεξεργασία των εναλλακτικών που προσφέρει η Olympus, η οποία έχει και παράδοση στη κατηγορία αυτή. Η TG-3 στα χαρτιά είναι η καλύτερη επιλογή στη κατηγορία με εξαιρετικά χαρακτηριστικά φακού (25-100mm, f/2.0-4.9) και τρομερές κριτικές, αλλά ήταν κατά πολύ ακριβότερη του προϋπολογισμού (± 35% πάνω) οπότε απορρίφθηκε εύκολα – βεβαίως, εάν τύχαινε να την πετύχω σε επίδειξη, μπορεί να άλλαζα γνώμη… Η TG-850, που ήταν στην επιθυμητή κατηγορία τιμής, εκτός του ότι δεν έχει Wi-Fi ενσωματωμένο, με την πτυσσόμενη οθόνη που διαθέτει με προβλημάτισε για την ανθεκτικότητα της. Επίσης ο πάρα πολύ ευρυγώνιος φακός της (21mm) με προβλημάτισε για το κατά πόσο θα με ικανοποιούσε σε καθημερινή χρήση, α. το μέγιστο zoom (5Χ) και β. να έχω το μέγιστο άνοιγμα διαφράγματος σε τόσο ευρυγώνιο εστιακό μήκος με κίνδυνο σε πιο καθημερινά, για εμένα, εστιακά μήκη το μέγιστο άνοιγμα διαφράγματος να αποτελούσε πρόβλημα (f/3.5-5.7)˙ ας μην ξεχνάμε ότι φωτογραφίες από τέτοιες μηχανές δεν ενδείκνυνται για κόψιμο/κροπάρισμα (cropping).
Η Panasonic αποτέλεσε τον καλύτερο συμβιβασμό καθώς δίνει σε ένα πακέτο όλα αυτά που πρέπει να έχει μία tough camera:
i.αντοχή στα στοιχεία,
ii.γρήγορη και ρυθμιζόμενη αυτόματη εστίαση,
iii.πολύ καλό βίντεο (1080/50) με δυνατότητα παράλληλης καταγραφής των δεδομένων του ,
iv.καλό σταθεροποιητή,
v.μία καλή εφαρμογή () για χρήση και έλεγχο της μηχανής από /,
vi. για φωτισμό κατά τη διάρκεια βιντεοσκόπησης,
vii.πολλούς αισθητήρες,
viii.δυναμική εμφάνιση,
ix.φωτεινή οθόνη που είναι ευδιάκριτη με δυνατό ήλιο και κάτω από το νερό,
x.επαρκή χειροκίνητο χειρισμό με επιλογή () (μόνος περιορισμός η επιλογή από 3 μεγέθη διαφράγματος), και
xi.ποιότητα φωτογραφίας ανάλογη της κατηγορίας με μία χροιά που ικανοποιεί τη δική μου αισθητική.
Επίσης, μου κέντρισε το ενδιαφέρον και η επιλογή για φωτογραφίες με 15 ή 30 δευτερόλεπτα έκθεση, δυνατότητα που δεν δίνουν οι άλλες εναλλακτικές επιλογές της κατηγορίας (νομίζω η μία μόνο έχει 15 δευτερόλεπτα) και η πολύ καλή δυνατότητα για συνεχόμενες λήψεις (burst mode) ακόμα και αυτόματη εστίαση σε κάθε πόζα. Επιπροσθέτως, το ρυθμιζόμενο φίλτρο αφαίρεσης του χρωματισμού της θάλασσας από τις υποβρύχιες φωτογραφίες (κατά τη λήψη, ή μετά, εντός της μηχανής)* με έπεισε ότι αυτή η μηχανή είναι κατάλληλη για τη χρήση που την θέλω. Τέλος, το σήμα LEICA πάνω από το φακό προσδίδει επιπλέον κύρος και διαπιστευτήρια για την ποιότητα και τα προσόντα της FT5.
Απλά να αναφέρω στα αρνητικά ότι η FT5 δίνει αρχεία 16MP στα 180dpi, ενώ υπάρχουν επιλογές από τους άλλους κατασκευαστές που φτάνουν τα 314dpi στα 16MP (TG-3, οι AW110 και AW120, με 300 dpi), βέβαια υπάρχουν και χαμηλότερα, D30: 12MP στα 180dpi και TG-850: 16MP στα 72dpi.
Διάλεξα λοιπόν ανάμεσα από τα πολλά (4) διαθέσιμα χρώματα της FT5 το ασημένιο και προχώρησα χαρούμενος στην αγορά του καινούργιου μου εργαλείου. Για να δείτε την αναλυτική δοκιμή πατήστε εδώ
http://dangerzone.gr/view-article/?art=52
* Λειτουργία COLOR REPRODUCTION. Από τις οδηγίες χρήσης: “Natural Light Technology” is the technology behind “SILKYPIX Marine Photography”, Ichikawa Soft Laboratory’s digital reproduction software designed for underwater pictures.
author: θάνος Δεληγιάννης










